• Slide-4
  • Slide-7
  • Slide-9
  • Slide-9
  • Slide-5

Βορείου Ελλάδος

Γεωγραφικά οι αμπελώνες της βόρειας Ελλάδας εκτείνονται στα ανατολικά από τη Θράκη μέχρι την οροσειρά της Πίνδου στα δυτικά, και με νότιο σύνορο την οροσειρά του Ολύμπου. Οι αμπελώνες της Βόρειας Ελλάδας, τηςΔράμας - Καβάλας, της Χαλκιδικής, της Γουμένισσας, της Νάουσας, του Αμυνταίου, της Ραψάνης, της Ζίτσας - Μετσόβου και άλλων περιοχών, καλύπτουν συνολικά περίπου 100.000 στρέμματα. Στις περιοχές αυτές καλλιεργούνται αρκετές διεθνείς ποικιλίες, παράγοντας μερικά από τα καλύτερα κρασιά από Sauvignon BlancChardonnay και Syrah της Ελλάδας, αλλά και γηγενείς ποικιλίες, με προεξέχουσα το Ξινόμαυρο.

Οι αμπελώνες της Βόρειας Ελλάδας είναι διάσπαρτοι ανάμεσα σε διάφορες άλλες καλλιέργειες, καταλαμβάνοντας γενικά ομαλά γόνιμα εδάφη, αλλά και επικλινή σε πλαγιές ορεινών όγκων. Πολλές είναι οι φορές που βρίσκονται κοντά σε θάλασσα ή λίμνη, λαμβάνοντας έτσι τα οφέλη του συγκεκριμένου μεσοκλίματος που δημιουργείται. Οι αμπελώνες της Βορείου Ελλάδος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γραμμικοί και αρδευόμενοι, με μέσες και μεγάλες αποστάσεις φύτευσης, και συνήθως με λιγότερα από 400 φυτά ανά στρέμμα.

◦ O αμπελώνας της Δράμας και της Καβάλας

Ο αμπελώνας της Δράμας και της Καβάλας είναι συνδεδεμένος με την παραγωγή οίνων υψηλής ποιότητας, κυρίως με σταφύλια διεθνών ποικιλιών. Στην περιοχή της Καβάλας, οι ιδιαίτερα ήπιες κλιματικές συνθήκες, που διαμορφώνονται στην περιοχή μεταξύ της θαλάσσιας ακτογραμμής και του Παγγαίου όρους, σε συνδυασμό με τα πλούσια εδαφικά χαρακτηριστικά, αποτέλεσαν ιδανικό τόπο εγκατάστασης των πρώιμων λευκών ποικιλιών Sauvignon BlancChardonnay και Sémillon. Στην περιοχή της Δράμας, όπου επικρατούν πιο ξηρές και θερμές κλιματικές συνθήκες, προσαρμόστηκαν καλύτερα οι ερυθρές ποικιλίες Cabernet SauvignonMerlot και Syrah, καθώς και το Ασύρτικο, η γηγενής λευκή ποικιλία των Κυκλάδων, που δίνει τα αρωματικά και κομψά κρασιά της μέσα από ένα διαφορετικό terroir. Ο αμπελώνας της Δράμας και της Καβάλας είναι γραμμικός και γενικά, άρτια οργανωμένος και σύγχρονος. Στην γειτονική Θράκη, στην περιοχή των Αβδήρων, στην Ξάνθη και της Μαρώνειας, στη Ροδόπη έχει ξεκινήσει εκ νέου η αμπελοκαλλιέργεια με την επιτυχή εγκατάσταση ξένων κυρίως, αλλά και γηγενών ποικιλιών, όπως το τοπικό Μαυρούδι.

◦ Ο αμπελώνας της Χαλκιδικής

Ο αμπελώνας της Χαλκιδικής απαρτίζεται κυρίως από τα αμπέλια στις πλαγιές του όρους Μελίτωνα, στη Σιθωνία, και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ενιαίους αμπελώνες στην Ελλάδα. Σε αυτά τα φτωχά και ενίοτε επικλινή εδάφη, φυτεύτηκαν τόσο ελληνικές όσο και διεθνείς ποικιλίες, σε κύπελλα αλλά και σε γραμμικά σχήματα, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Εδώ προσαρμόστηκαν επιτυχώς οι διεθνείς ποικιλίες Cabernet Sauvignon και Syrah, οι γηγενής ποικιλίες ΑσύρτικοΡοδίτηςΑθήρι και Λημνιό, αλλάκυρίως η σπάνια λευκή ποικιλία Μαλαγουζιά, που έχει πλέον εξελιχθεί σε μια από τις δυναμικότερες γηγενείς ποικιλίες. Εν συνεχεία έχουμε την περιοχή του Αγίου Όρους, που αποτελεί ένα δυναμικό κομμάτι του αμπελώνα με νέες γραμμικές φυτεύσεις. Τέλος, κοντά στη Θεσσαλονίκη, οι παραθαλάσσιες περιοχές της Επανομής και του Αγίου Παύλου, ολοκληρώνουν τον αμπελώνα της Χαλκιδικής με κύριες καλλιεργούμενες ποικιλίες, τη Μαλαγουζιά και το Ασύρτικο.

◦ Ο αμπελώνας της Γουμένισσας

Ο αμπελώνας της Γουμένισσας εντοπίζεται βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης και πρόκειται για ένα ημιορεινό λοφώδη αμπελώνα, σε υψόμετρο που κυμαίνεται από τα 150 έως τα 450μ., σε ελαφρός επικλινή και μέτριας γονιμότητας εδάφη. Η ποικιλία που κυριαρχεί στην περιοχή είναι το Ξινόμαυρο, χωρίς να αποκλείονται και κάποιες φυτεύσεις με διεθνείς ποικιλίες. Στον αμπελώνα της Γουμένισσας καλλιεργείται επίσης η τοπική ερυθρή ποικιλία, Νεγκόσκα, σε ποσοστό έως και 30% επί της συνολικής καλλιέργειας. Οι αμπελώνεςείναι κατά βάση αμφίπλευροι γραμμικοί, με αραιή φύτευση που φτάνει περίπου τα 350 πρέμνα ανά στρέμμα.

◦ Ο αμπελώνας της Νάουσας

Ο αμπελώνας της Νάουσας καλύπτει τους πρόποδες και τις ανατολικές πλαγιές του όρους Βέρμιο, σε υψόμετρο από 100μ. έως 400μ. και με εδάφη που ποικίλλουν σε σύσταση και μορφολογία. Η συνολική του έκταση του είναι περίπου 6.000-6.500 στρέμματα, στα οποία καλλιεργείται η ποικιλία Ξινόμαυρο, διαμορφωμένος ως επί το πλείστον σε γραμμικά σχήματα. Στην περιοχή της Νάουσας, το Ξινόμαυρο ωριμάζει όψιμα, μετά τις 20 Σεπτεμβρίου, κάτι που το καθιστά ευάλωτο σε πρώιμες χαμηλές θερμοκρασίες και έντονες βροχοπτώσεις. Ο παράγοντας που επηρεάζει καθοριστικά την ποιότητα των σταφυλιών του Ξινόμαυρου στην περιοχή, είναι η τοπογραφία και η ποικιλότητα του εδάφους όπου καλλιεργείτε.

◦ Ο αμπελώνας του Αμύνταιου

Ο αμπελώνας του Αμύνταιου βρίσκεται βορειοδυτικά της Νάουσας, μεταξύ του όρους Βέρμιο και του όρους Βόρρα, και περιβάλλεται από την παρουσία τεσσάρων λιμνών, με μεγαλύτερη εξ αυτών τη Βεγορίτιδα. Οι αμπελώνες βρίσκονται σε υψόμετρο από 500 έως 700μ., είναι γραμμικοί και συνήθως μη αρδευόμενοι, και κυριαρχούνται από την καλλιέργεια του Ξινόμαυρου. Το κλίμα της περιοχής είναι ιδιαίτερα ήπιο, με λιγότερες βροχοπτώσεις και υψηλότερη ηλιοφάνεια από τη γειτονική Νάουσα. Τα εδάφη γύρω από τις λίμνες είναι γενικώς αμμώδη, ζεστά και χαμηλής γονιμότητας, με αποτέλεσμα να έχουμε μια διαφορετική έκφραση του Ξινόμαυρου από αυτόν της Νάουσας. Το ήπιο και υγρό κλίμα του Αμύνταιου ενδείκνυται και για την καλλιέργεια πολλών διεθνών ποικιλιών.

◦ Ο αμπελώνας της Ραψάνης

Ο αμπελώνας της Ραψάνης βρίσκεται στις ημιορεινές και ορεινές ανατολικές πλαγιές του Ολύμπου και εκτείνεται σε υψόμετρο από 150 έως 750μ. Ο αμπελώνας αυτός αποτελεί τη μικρότερη περιοχή καλλιέργειας της ποικιλίας Ξινόμαυρο μέσα από μόλις 1.500 στρέμματα, στον οποίο παράλληλα καλλιεργούνται και οι τοπικές ποικιλίες Κρασάτο και Σταυρωτό. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν προσαρμοστεί με επιτυχία και οι διεθνείς ποικιλίες Cabernet Sauvignon, Merlot, Syrah και Chardonnay, που έχουν βρει τις κατάλληλες δροσερές κλιματικές συνθήκες για να ωριμάσουν τα πρώιμα σταφύλια τους. Καλύτερα σε ποιότητα σταφύλια, προέρχονται από τα ορεινά αμπέλια τα οποία είναι διαμορφωμένα σε πυκνά κύπελλα.

 Ο αμπελώνας της Ζίτσας και του Μετσόβου

Ο αμπελώνας της Ζίτσας και του Μετσόβου είναι ορεινός και για την ακρίβεια ένας από τους πιο ορεινούς της Ελλάδας. Οι αμπελώνες στη Ζίτσα βρίσκονται στις ανατολικές πλαγιές της Πίνδου, σε υψόμετρο 700μ., οι οποίοι συγκεντρώνουν το υψηλότερο βροχομετρικό ύψος στη χώρα, περίπου 1.000mm. Εκεί καλλιεργείται η τοπική λευκή ποικιλία Ντεμπίνα, φυτεμένη κυρίως σε μονόπλευρα γραμμικά σχήματα και σε λίγα κύπελλα, μέσα σε περίπου 5.000 στρέμματα. Η Ντεμπίνα δίνει λευκούς ξηρούς και ξηρούς ημιαφρώδεις οίνους, ενώ ο τρύγος της παίρνει θέση στα τέλη του Σεπτεμβρίου. Γειτονικά της Ζίτσας συναντάμε τους ακόμα πιο ορεινούς αμπελώνες του Μετσόβου, με υψόμετρο 900-1.000μ. Εδώ το σύνολο των αμπελώνων είναι γραμμικοί και βρίσκονται κυρίως σε ηλιόλουστες πλαγιές, με έντονη κλίση και σε αμμοπηλώδη εδάφη με καλή στράγγιση. Οι αμπελώνες του Μετσόβου είναι κυρίως γνωστοί για την καλλιέργεια της ποικιλίας Cabernet Sauvignon, που στην Ελλάδα ξεκίνησε από εκεί.